ἑκάτερος

ἑκᾰτερ-ος ([dialect] Dor.
A

ϝεκ- Leg.Gort.1.18

, Michel995 A 49 (Delph.)), α, ον, each of two, each singly, opp. ἀμφότεροι, Lys.2.33 ; εἷς ἑ. Syngr. ap. D.35.12 ;

αὐτὸ τὸ ἑ. καὶ τὸ ἀμφότερον Pl.Hp.Ma.303a

, cf. Pi.I.8(7).31, Th.1.20, etc. ; when joined with a Subst., the Subst. almost always takes the Art. (so in [dialect] Att. Inscrr. exc. IG12.372.137), as

ἐφ' ἑ. τῷ κέρᾳ Th.5.67

;

ἐπὶ τῷ κέρᾳ ἑ. Id.4.93

;

ἑ. τῇ πόλει Id.5.16

: sts. with Noun or Pron. in gen.,

ἑκάτερος ἡμῶν Id.6.17

;

ἑκατέρᾳ τῶν χειρῶν D.S.4.10

: as nom. to pl. Verb, sts. in pl., esp. when one or both parties are in pl.,

ἐδικαίευν ἑκάτεροι Hdt.9.26

, Pl.R.348b, etc. : in sg. with Verb in pl.,

ταῦτα εἰπόντες ἀπῆλθον ἑκάτερος ἐπὶ τὰ προσήκοντα X.Cyr.5.2.22

, cf.6.1.19 ; repeated in ref. to each of two parties,

ἐὰν ἑκάτεροι ἑκατέρων τέμνωσιν ἀγρούς Pl.R.470d

: with Particles and Preps.,

ὡς ἑκάτεροι Th.3.74

; ἐφ' ἑκάτερα both ways, Id.5.73 ;

καθ' ἑκάτερα X.An.5.6.7

;

ἐξ ἑκατέρων Luc.Am.14

.
2 = ἕκαστος, Id.Alex.49.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκάτερος — each of two masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκάτερος — α, ο (AM ἑκάτερος, α, ον) 1. κάθε ένας από τους δύο χωριστά, από μόνος του 2. έκαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < έκαστος, αν αναλυθεί σε έκα στος + επίθημα τερος (πρβλ. έτερος, πότερος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ἑκατέρω — ἑκάτερος each of two masc/neut nom/voc/acc dual ἑκάτερος each of two masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατέρων — ἑκάτερος each of two fem gen pl ἑκάτερος each of two masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατέρως — ἑκάτερος each of two adverbial ἑκάτερος each of two masc acc pl (doric) ἑκατέρως in either way indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάτερον — ἑκάτερος each of two masc acc sg ἑκάτερος each of two neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατερᾶν — ἑκάτερος each of two masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατέραιν — ἑκάτερος each of two fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατέραις — ἑκάτερος each of two fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατέρη — ἑκάτερος each of two fem nom/voc sg (epic ionic) ἑκατερέω kick the rump with one heel after another pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἑκατερέω kick the rump with one heel after another imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατέρην — ἑκάτερος each of two fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.